αυτοεξόριστος

αυτοεξόριστος
η , ο [ος , ον ] 1. эмигрировавший за границу по политическим мотивам;
2. (ο ) политэмигрант

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αυτοεξόριστος" в других словарях:

  • αυτοεξόριστος — η, ο αυτός που έχει αυτοεξοριστεί …   Dictionary of Greek

  • αυτοεξορία — η 1. το να αυτοεξορίζεται κάποιος η εκούσια απομόνωση 2. ο τόπος στον οποίο διαμένει ο αυτοεξόριστος 3. ο χρόνος της παραμονής του σε ξένο τόπο …   Dictionary of Greek

  • εμιγκρέ — ο 1. όρος για τους Γάλλους ευγενείς που έφυγαν από τη Γαλλία και ζήτησαν άσυλο σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες κατά τη γαλλική επανάσταση 2. αυτοεξόριστος, αυτός που έφυγε από την πατρίδα του και ζήτησε πολιτικό άσυλο στο εξωτερικό από αντίθεση προς …   Dictionary of Greek

  • Αλφόνσος — I (AlfonsoAlphonso). Όνομα βασιλιάδων και ηγεμόνων των ισπανικών κρατιδίων των Αστουριών, της Λεόνε, της Γαλικίας και της Καστίλης (1 11), καθώς και του ενωμένου κράτους της Ισπανίας (12 13). Η λέξη προέρχεται από παραφθορά του τευτονικού… …   Dictionary of Greek

  • Αμάντο, Χόρχε — (Jorge Amado, Ιλιέους, επαρχία Μπάια 1912 – 2001). Βραζιλιάνος μυθιστοριογράφος. Στα πρώτα του έργα (Κακάο, 1933 και Ιδρώτας, 1934)περιγράφονται οι κοινωνικοί αγώνες και οι πολιτικές διεκδικήσεις των εργατών της πόλης και της υπαίθρου. Στα… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Βρεττάκος, Νικηφόρος — (Κροκεές Λακωνίας 1912 – 1991). Ποιητής και πεζογράφος. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο πατρικό του κτήμα στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο, και τα μαθητικά του στις Κροκεές και το Γύθειο. Νέος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές που δεν… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Μαδαριάγα, Σαλβαδόρ ντε- — (Salvador de Madariaga, Λα Κορούνια, 1886 – 1978). Ισπανός συγγραφέας και διπλωμάτης. Φιλελεύθερος της παλιάς σχολής, σπούδασε στη Γαλλία και έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Αγγλία. Ο Μ. διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της… …   Dictionary of Greek

  • Σαλίνας, Πέντρο — (Salinas). Ισπανός συγγραφέας (Μαδρίτη 1892 Βοστώνη 1951). Κοντά στον Γκιλιέν, ο Σ. είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ποιητικής γενιάς του 1927. Λέκτορας της ισπανικής στη Σορ βόννη το 1914 και στο Καίμπριτζ το 1922 23,… …   Dictionary of Greek

  • Χατζής, Δημήτρης — (Γιάννενα 1910 – Αθήνα 1981). Πεζογράφος. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε μέρος στην Αντίσταση, από όπου αποκόμισε υλικό για το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Φωτιά (1945). Το 1948 έφυγε από την Ελλάδα ως αυτοεξόριστος και… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»